Η ιστορία των γυαλιών οράσεως | Mark Aalen

Η ιστορία των γυαλιών οράσεως

Είστε εδώ

01

Φεβ

Η ιστορία των γυαλιών οράσεως

Τα γυαλιά οράσεως είναι ένα τόσο κοινό και καθολικής εμβέλειας αντικείμενο, που όμως αν δεν βρεθούμε αντιμέτωποι με την αναγκαιότητα της χρήσης του, είναι δύσκολο να αντιληφθούμε το μεγαλείο αυτής της εφεύρεσης. Σήμερα είναι παντού, όμως μόλις πριν από 1000 χρόνια τα γυαλιά δεν υπήρχαν. Οι μύωπες περιορίζονταν στις επιλογές τους, ενώ οι πρεσβύωπες αναγκάζονταν να εγκαταλείψουν την εργασία του όταν η γνώση και οι δεξιότητές τους βρίσκονταν στην αιχμή τους. Η απουσία γυαλιών οδήγησε όχι μόνο σε εξάρτηση των ανθρώπων με χαμηλή όραση αλλά και έβαλε φρένο στην πρόοδο ολόκληρης της κοινωνίας στην ανάπτυξη του πολιτισμού, της επιστήμης, του εμπορίου και των τεχνών.

Μπορεί oι Αρχαίοι Έλληνες, οι Αιγύπτιοι και οι Ρωμαίοι να μην είχαν γυαλιά οράσεως ούτε κανένα άλλο οπτικό βοήθημα, είχαν όμως θεωρίες για τα οπτικά βοηθήματα τις οποίες δεν είχαν κάνει ποτέ πράξη. Γύρω στο 50, ο Ρωμαίος φιλόσοφος Seneca ανακαλύπτει πως τα αντικείμενα φαίνονται μεγαλύτερα και καθαρότερα κοιτώντας τα μέσα από ένα γυάλινο μπολ γεμάτο με νερό. Εντούτοις, ο Seneca απέδωσε την μεγέθυνση στο νερό και όχι στην καμπυλότητα του μπολ. Ο Έλληνας αστρονόμος και μαθηματικός Πτολεμαίος έκανε αλματώδη πρόοδο τον 2ο αιώνα υπολογίζοντας την γωνία διάθλασης των ακτίνων του φωτός και το δείκτη διάθλασης του νερού και του γυαλιού. Στο εγχειρίδιο του για την οπτική περιγράφει την αρχή της μεγέθυνσης. Αυτό το βιβλίο μεταφράστηκε αργότερα στην Αραβική γλώσσα. Τον 11ο αιώνα ο Alhazen που ήταν επίσης αστρονόμος και μαθηματικός έγραψε στο βιβλίο του «Ο θησαυρός γνώσεων της οπτικής» πώς είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθεί γυάλινο μπολ για να φαίνονται τα αντικείμενα μεγαλύτερα. Ο «θησαυρός γνώσεων της οπτικής» μεταφράστηκε το 1240 στη Λατινική γλώσσα.

Οι πρώτοι που έκαναν τη θεωρία του Alhazen πράξη ήταν πιθανότατα ηλικιωμένοι μοναχοί στην Αγγλία και στη Γερμανία. Επεξεργάστηκαν κομμάτι ορυκτού κρυστάλλου φτιάχνοντας μια κυρτή πέτρα την οποία και τοποθετούσαν πάνω στα κείμενα για να μπορέσουν παρά την ηλικία τους να διαβάσουν και πάλι. Κατά τη διάρκεια του 13ου αιώνα η πέτρα διαβάσματος γνώρισε πολλές αλλαγές στο σχεδιασμό της. Τρίφτηκε μέχρι που έγινε επίπεδη και πήρε τη μορφή φακού. Ο φακός τοποθετήθηκε σε ένα πλαίσιο εφοδιασμένο με χερούλι. Τώρα οι αναγνώστες αντί να τοποθετούν την πέτρα διαβάσματος πάνω στα κείμενα, κρατούσαν το φακό κοντά στο μάτι.
 
Στη Βενετία που ήταν το κέντρο της βιομηχανίας του γυαλιού της εποχής, κατασκευάστηκαν οι πρώτοι οφθαλμικοί φακοί γύρω στο 1285 αρχικά από κρύσταλλο και αργότερα από γυαλί. Οι σκελετοί φτιάχνονταν από ξύλο και από κέρατο. Το σκελετό αποτελούσαν δύο μέρη κομμένα από ένα κομμάτι ξύλου το καθένα που είχαν μια μικρή σχισμή για την τοποθέτηση του φακού. Στη συνέχεια η κάθε σχισμή δενόταν με σκοινί ή σύρμα για να συν κρατούνται οι φακοί και τα δύο μέρη πιάνονταν μεταξύ τους με ένα γόμφο. Καθώς γλιστρούσαν εύκολα από τη μύτη σώθηκαν κάποια κάτω από τα ξύλινα πατώματα των μοναστηριών. Το μεσαίωνα οι άνθρωποι ήταν κατά πλειοψηφία αναλφάβητοι γι’ αυτό και τα γυαλιά με το γόμφο χρησιμοποιήθηκαν κυρίως από τους μελετητές και τους κληρικούς για τα επόμενα 400 χρόνια περίπου.
 
Κατά το 15ο αιώνα ένα νέο είδος εμφανίζεται, τα γυαλιά με γέφυρα  τύπου αψίδας αντικαθιστώντας σταδιακά τα γυαλιά με το γόμφο. Τα καινούργια γυαλιά ήταν μονοκόμματα έχοντας ανάμεσα στους δυο φακούς μια τοξοειδή γέφυρα που επέτρεπε στο σκελετό να πιάνεται στη μύτη. Ο σκελετός μπορεί να ήταν από δέρμα, κέρατο, κόκαλο, ξύλο, σίδηρο, μπρούτζο, ασήμι ή κόκαλο φάλαινας. Το δέρμα ήταν το πιο δημοφιλές αρχικά αφού μετά από σχετική προετοιμασία γινόταν πολύ εύκαμπτο αλλά εγκαταλείφθηκε σχετικά γρήγορα γιατί η στήριξη στη μύτη απαιτούσε πολύ σφιχτές εφαρμογές. Την περίοδο αυτή εμφανίζονται και η θήκες γυαλιών οι οποίες κατασκευάζονταν κυρίως από ξύλο με επένδυση χαρτιού.
 
Η Βενετία και η Νυρεμβέργη ήταν τώρα τα μεγαλύτερα κέντρα παραγωγής γυαλιών. Μετά την ανακάλυψη της τυπογραφίας γύρω στο 1450, όλο και περισσότεροι άνθρωποι ήρθαν σε επαφή με τα βιβλία και με γραπτά γενικότερα, αυξάνοντας έτσι την ανάγκη των γυαλιών οράσεως. Στα σημαντικά εμπορικά κέντρα στη Γαλλία και Γερμανία και αργότερα στην Αγγλία και Ισπανία, οι παραγωγοί γυαλιών διαμόρφωσαν τις συντεχνίες. Αυτοί οι επαγγελματικοί οργανισμοί θέσπισαν κανόνες που ρύθμιζαν την κατασκευή των γυαλιών. Πριν από το 1500 οι μόνοι διαθέσιμοι οφθαλμικοί φακοί ήταν πρεσβυωπικοί αλλά αυτή τη χρονολογία περίπου ανακαλύφθηκαν και οι φακοί για τη διόρθωση της μακρινής όρασης. Παρόλο που με το πέρασμα του χρόνου τα γυαλιά με γέφυρα βελτιώθηκαν, η ανάγκη για μεγαλύτερη σταθερότητα στη στήριξη τους παρέμεινε. Σε κάποια μοντέλα γυαλιών επιχειρήθηκε η στήριξη του σε καπέλα. Το 16ο αιώνα κατασκευάστηκαν γυαλιά οράσεως με μια καμπυλωτή μπάρα προσαρμοσμένη στη γέφυρα, όπου αναπτυσσόταν κάθετα και κατά μήκος του κεφαλιού του διοπτροφόρου και κρατιόταν σφιχτά στο κεφάλι ή την περούκα. Μια πιο δημοφιλής εφαρμογή που έγινε προσωρινά μόδα στην Ισπανία ήταν γυαλιά που είχαν δύο μικρές τρύπες στο δεξί και αριστερό μέρος του σκελετού από όπου ξεκινούσαν δύο σκοινιά για να δεθούν πίσω από τα αυτιά.     
 
Δεν είναι σαφές πως τα γυαλιά οράσεως έφτασαν στην Κίνα και την Ιαπωνία. Πιθανότατα μέσω των ιεραποστόλων. Σε κείμενα που βρέθηκαν στην Κίνα από το 1652 γίνεται αναφορά χωρίς περιγραφή σε ένα αντικείμενο που φορώντας το κανείς διορθώνει την όρασή του, ερχόμενο από την σημερινή Μαλαισία η οποία τότε ήταν σε Γερμανική κατοχή. Στη Κίνα συναντάμε αργότερα μεγάλη ποικιλία μοντέλων γυαλιών με στηρίγματα για το αυτί. Ένα από αυτά είχε δύο μακριά κορδόνια που τοποθετούνταν πίσω από τα αυτιά με βαρίδια στα άκρα για στήριξη. Οι φακοί κατασκευάζονταν από κρύσταλλο χαλαζία και χρωματίζονταν σε καπνό με σκοπό να αποκρύπτουν τις εκφράσεις και το βλέμμα των δικαστών κατά τη διάρκεια της εξέτασης των μαρτύρων στο δικαστήριο. Οι σκελετοί ήταν από κέλυφος χελώνας, ασήμι, χαλκό ή χρυσό. Τα γυαλιά έγιναν σύμβολο κοινωνικής τάξης στην Κίνα και όσοι τα φορούσαν αναγνωρίζονταν ως διανοούμενοι ή προύχοντες. Το μέγεθος του σκελετού και ειδικά του φακού, δήλωνε το ταξικό επίπεδο του διοπτροφόρου. Η Ιαπωνία βρισκόταν σε πλήρη αποκλεισμό από το έξω κόσμο από το 1639 κρατώντας έτσι τους ιεραπόστολους μακριά από τη χώρα. Τα γυαλιά οράσεως πιθανότατα έφεραν στην Ιαπωνία τον 17ο αιώνα οι Γερμανοί στους οποίους επιτρεπόταν να έχουν εμπορική δραστηριότητα εκεί. Τα τυπικά Ιαπωνικά γυαλιά ήταν και αυτά με στήριγμα για το κεφάλι ή σκοινιά για τα αυτιά. Τα Κινέζικα και τα Ιαπωνικά γυαλιά, καθώς και οι θήκες κατασκευάζονταν κυρίως από πολύτιμα υλικά και ήταν πλούσια διακοσμημένα.
 
 
Παράλληλα με τα γυαλιά οράσεως, το μονόκλ (μονός διορθωτικός φακός) χάραζε τη δική του πορεία μέσα στα χρόνια. Τρία διαφορετικά είδη εμφανίζονται. Ένας μεγεθυντικός φακός ή φακός για διάβασμα τοποθετείται σε σκελετό με μια σιδερένια ράβδο στο ρόλο της λαβής ή ένα κορδόνι στην άκρη του. Το μονόκλ τον 14ο αιώνα το χρησιμοποιούσαν κρατώντας το μπροστά από τα μάτια.  Καθώς όμως τον 17ο και 18ο αιώνα η χρήση των γυαλιών οράσεως δημοσίως αποτελούσε αγένεια στην Αγγλία και τη Γαλλία, το μονόκλ χρησιμοποιήθηκε ως αποδεκτή εναλλακτική λύση. Διακοσμήθηκε με πολύτιμα υλικά και μπορούσε να φορεθεί στο λαιμό ως κόσμημα με κορδόνι ή αλυσίδα. Το μονόκλ που εμφανίζεται το 1802 είναι και το τελευταίο είδος γυαλιών με μονό φακό. Τοποθετείται ακριβώς μπροστά στο μάτι συγκρατούμενο από τους μυς του προσώπου. Συνήθως το άκρο του σκελετού ήταν εφοδιασμένο με χαρακιές ή δύο μέρη για καλύτερη στήριξη.  
 
Στη Γερμανία γύρω στο 1750 – 1760 κάνουν την εμφάνιση τους γυαλιά που αποτελούνται από δύο μακριές λαβές πιασμένες μεταξύ τους με ένα γόμφο, που θύμιζαν ψαλίδι. Κατασκευάζονταν από κόκαλο, ξύλο, ασήμι, χρυσός και μαργαριτάρι. Συνήθως κρέμονταν στο λαιμό ή ήταν πιασμένα σε ένα προστατευτικό χερούλι – θήκη φτιαγμένο από κέρατο. Από τη Γερμανία διαδόθηκαν στη Γαλλία και την Αγγλία. Μετά τη Γαλλική επανάσταση διαμορφώθηκε μια νέα άποψη σχετικά με τα γυαλιά οράσεως που είχε σαν αποτέλεσμα την αποδοχή τους από την ανώτερη κοινωνική τάξη. Έγιναν πολύ γρήγορα της μόδας σε βαθμό που υπαγόρευε στους αστούς να τα φοράνε παρά την θαυμάσια όρασή τους! Τα γυαλιά – ψαλίδι ήταν ένα από τα πιο δημοφιλή μοντέλα τον 19ο αιώνα. Παρά τη δημοτικότητά τους όμως δυσκόλευαν την επικοινωνία αφού κατά τις συζητήσεις έπρεπε ο διοπτροφόρος να έχει συνεχώς μπροστά από το στόμα του τη λαβή ή το χέρι του. Γύρω στο 1780 ο Άγγλος G. Adams σχεδίασε ματογυάλια με λαβή - φασαμέν όπως λέγονται. Μετά από πολλές παραλλαγές με ένα ή δύο φακούς, με μηχανισμό ή χωρίς, με λαβή ή χωρίς λαβή πήραν τη θέση και την αξία κοσμήματος.
 
Τον 19ο αιώνα το θέατρο έγινε προορισμός για τα μέλη της μπουρζουαζίας. Για να μπορέσει κανείς να απολαύσει την παράσταση στη σκηνή, αλλά κυρίως να κατασκοπεύσει τα άλλα μέλη του κοινού, τα ρούχα που φορούσαν, σε ποιον κάθονταν δίπλα κλπ. τα κυάλια όπερας ήταν απαραίτητα. Ήταν ένα είδος μικρού τηλεσκοπίου με κάποιο χερούλι για να κρατιέται μπρος από τα μάτια. Σταδιακά τα κυάλια όπερας γίνονταν όλο και μικρότερα μέχρι που ενσωματώθηκαν σε βεντάλιες, ομπρέλες και μπαστούνια περπατήματος.
 
Πεντακόσια περίπου χρόνια μετά την εφεύρεση του πρώτου ζευγαριού γυαλιών οράσεως ανακαλύφθηκε πως θα στηρίζονταν ευκολότερα στη μύτη αν τοποθετούνταν δυο ευέλικτα πλευρικά τμήματα στο σκελετό, οι βραχίονες. Ένα τέτοιο μοντέλο πιθανότατα σχεδιάστηκε για πρώτη φορά στην Ισπανία. Στην άκρη του βραχίονα συχνά τοποθετούνταν κρίκοι για να περιορίζεται η πίεση στο κεφάλι. Κατά τη Rococo περίοδο 1720 – 1770 όταν οι περούκες ήταν στη μόδα, οι βραχίονες επιμηκύνθηκαν τόσο ώστε να στηρίζονται επάνω τους. Ο τύπος των γυαλιών που γνωρίζουμε σήμερα προέρχεται από τα γυαλιά που σχεδιάστηκαν το 1752 από τον Άγγλο James Ayscough. Κατασκεύασε το πρώτο μοντέλο του με σπαστούς βραχίονες που δίπλωναν στη μέση. Αργότερα σχεδίασε ένα άλλο μοντέλο του οποίου τα ακροβραχιόνια ήταν λυγισμένα προς τα κάτω και τοποθετούνταν πίσω από το αυτί. Η φόρμα του σκελετού γνώρισε μεγάλες αλλαγές τον 18ο και 19ο αιώνα. Ήταν στρογγυλή, οβάλ, οκτάγωνη ή τετράγωνη. Βρέθηκαν επίσης κάποια μοντέλα με διπλούς φακούς που άνοιγαν στο πλάι και με χρωματιστούς φακούς. Η γέφυρα μεταξύ των φακών επίσης άλλαζε πολύ συχνά φόρμα. Οι σκελετοί φτιάχνονταν από κόκαλο, κέλυφος χελώνας, ασήμι, χρυσό ή χαλκό. Το 19ο αιώνα τα ακροβραχιόνια κατάληξαν κυρτά, σαν μισό τόξο για να κρατιούνται με ασφάλεια πίσω από τα αυτιά.
 
Τα πρώτα γυαλιά που «έπιαναν» στη μύτη σχεδιάστηκαν το 1825 από το Γάλλο Joseph Bressy. Η γέφυρα ανάμεσα στους δυο φακούς πήρε τη μορφή εύκαμπτου ημικύκλιου τμήματος σκελετού. Όταν οι φακοί τοποθετούνταν στο πρόσωπο η γέφυρα αγκάλιαζε τη μύτη και τα γυαλιά γλιστρούσαν απαλά στη θέση τους μένοντας εκεί. Αρκετός χρόνος χρειάστηκε για να συνηθίσουν οι διοπτροφόροι αυτό το μοντέλο, αλλά αρχικά στη Γαλλία πολύ σύντομα δημιουργήθηκε μεγάλη ποικιλία ακόμα και τύπος με βραχίονες που διέθεταν και ένα είδος flex. Αυτά τα γυαλιά αγαπήθηκαν κυρίως από τους από τους ευκατάστατους της μεσαίας τάξης του 19ου αιώνα αφού θεωρούσαν ότι οι διοπτροφόροι έδειχναν διανοούμενοι. Ακόμα δε, ήταν για την εποχή δείγμα αγένειας να φορά κανείς τα γυαλιά του όταν παρευρισκόταν με ανωτέρους. Ο σπουδαστής για παράδειγμα έπρεπε να βγάλει τα γυαλιά του με την εμφάνιση του καθηγητή του. Στην Γερμανία και στην Αγγλία υπήρχε και εκεί το καθεστώς της αφαίρεσης των γυαλιών κατά το χαιρετισμό και την παρουσίαση κάποιου. υαλιά χωρίς σκελετό, τα grief όπως ονομάστηκαν, σχεδιάστηκαν το 1824 από τον Αυστριακό Johann Friedrich Voigtlander. Οι φακοί των γυαλιών και η γέφυρα κατασκευάζονταν αρχικά μονοκόμματα από γυαλί, και μόνο οι βραχίονες ήταν από διαφορετικό υλικό. Γύρω από τους φακούς δεν υπήρχε σκελετός. Οι βραχίονες στηρίζονταν στα τρυπημένα κροταφικά άκρα των φακών. Στη συνέχεια γέφυρα από διαφορετικό υλικό τοποθετήθηκε με τον ίδιο τρόπο στα ρινικά άκρα των φακών. Τα grief έγιναν πολύ δημοφιλή τον 19ο αιώνα. Τα μονόκλ, τα γυαλιά «ψαλίδι» και τα γυαλιά με τη λαβή χρησιμοποιούνταν μόνο περιστασιακά.

 

Στις αρχές του 20ου αιώνα ο σκελετός απέκτησε μεγάλη σπουδαιότητα και τα grief έχασαν τη δημοτικότητά τους για λίγο. Οι περισσότεροι διοπτροφόροι χρησιμοποιούσαν γυαλιά με κοκάλινο σκελετό. Γύρω στο 1910 οι μεγάλοι κοκάλινοι σκελετοί έγιναν μόδα στην Ευρώπη και την Αμερική. Σκελετοί από νικέλιο και ατσάλι κατασκευάζονταν επίσης κυρίως επειδή το κόστος τους ήταν πιο προσιτό στο ευρύ κοινό.   
Μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο (1914 – 1918) ένα καινούργιο μοντέλο γυαλιών προερχόμενο από την Αμερική, κατέκτησε την Ευρώπη. Είχε μεταλλική γέφυρα και βραχίονες και στρογγυλούς φακούς σε σκελετό από κυτταρίνη (celluloid). Η κυτταρίνη ήταν το πρώτο θερμοπλαστικό συνθετικό υλικό που χρησιμοποίησαν οι βιομηχανίες για την κατασκευή σκελετών. Μπορούσε να παραχθεί σε πολλά διαφορετικά χρώματα, σε απομίμηση ταρταρούγας και φίλντισι γνωρίζοντας μεγάλη επιτυχία. Η βιομηχανία των γυαλιών αναπτύχθηκε ραγδαία την δεκαετία του ’30. Η Αμερική, Ιταλία, Γαλλία, Γερμανία και Αυστρία διοχέτευαν την παραγωγή τους σε όλα τα μέρη του κόσμου. Τα grief έγιναν και πάλι μόδα και απέκτησαν ξανά τεράστια δημοτικότητα.

 Το ’50 στην Αμερική εμφανίστηκαν για τις γυναίκες τα γυαλιά «πεταλούδα». Ήταν πλαστικά με διακοσμημένα τελειώματα από ημιπολύτιμες πέτρες, μικρά λουλούδια ή πουλιά σε απομίμηση φίλντισι και παστέλ αποχρώσεις κυρίως. Ένα ακόμη, αυτή τη φορά ανδρικό μοντέλο έγινε ιδιαίτερα γνωστό την δεκαετία του ’50, τα γυαλιά Nylor. Ο σκελετός είχε μόνο άνω μέρος. Οι φακοί κατασκευάζονταν με μια σχισμή από την οποία περνούσε συνθετικό νήμα που συγκρατούσε τους φακούς στο άνω μέρος του σκελετού. Την δεκαετία του ’60 τα γυαλιά άλλαζαν στυλ ραγδαία. Η κοινωνίες της Β. Αμερικής και της Ευρώπης ήταν ανερχόμενες. Στις αρχές του ’60 οι νέοι διεκδικούσαν την ανεξαρτησία τους σε όλους τους τομείς. Άκουγαν τη μουσική που ήθελαν, επέλεγαν την εμφάνισή τους καθώς και τον τρόπο και το χώρο που θα καταναλώσουν το χρόνο τους. Αυτό βεβαίως είχε τεράστιες επιδράσεις στη μόδα. Σχεδιαστές όπως ο Courreges, η Mary Quant, παρουσίαζαν καυτά σορτσάκια και μίνι φούστες. Η μόδα εμφάνιζε ένα πολύ ιδιαίτερο πρόσωπο αυτή την περίοδο. Πολλές αλλαγές γίνονταν και στο χώρο της τέχνης. Το ρεύμα που επηρέασε σημαντικά το στυλ των γυαλιών ήταν η Optical Art ή Op Art (συντομογραφία). Η σχολή Op Art χρησιμοποίησε ως μέσο έκφρασης κυρίως τη ζωγραφική. Μέσα από ακραίες αντιθέσεις (άσπρο – μαύρο) και τη χρήση τετραγώνων, κύκλων, κυλίνδρων τα αντικείμενα φαίνονταν πως κινούνταν. Η χρήση κάποιων γυαλιών από επώνυμους, έδωσε σε συγκεκριμένα μοντέλα διαχρονικότητα, όπως για παράδειγμα οι μεγάλοι σκελετοί της Νάνα Μούσχουρη ή του John Lennon οι στρογγυλοί.
 
Στο τέλος του ’60 δημιουργήθηκε μεγάλο κίνημα διαμαρτυρίας για τον Πόλεμο στο Vietnam στην Αμερική και την Ευρώπη. Οι άνθρωποι διαδήλωναν κατά της βίας και υπέρ της ειρήνης. Το κίνημα βρήκε την έκφρασή του στην αναμφισβήτητη δύναμη του λουλουδιού. Το λουλούδι ως σύμβολο ειρήνης και ψυχεδελικά χρώματα είχαν ισχυρή επιρροή στο σχεδιασμό των γυαλιών. Οι σκελετοί έγιναν μεγάλοι για να υπηρετήσουν όλα αυτά τα σχήματα και χρώματα. Μέχρι το τέλος του ’60 οι σκελετοί μεγάλωναν σε μέγεθος, τάση που εξακολούθησε και στη δεκαετία του ’70. Υπήρχαν μοντέλα στην αγορά που κάλυπταν πάνω από το μισό πρόσωπο. Στη δεκαετία του ’70 η μόδα γίνεται πιο φανταχτερή προτείνει περισσότερη αίγλη και η εμφάνιση της τηλεόρασης μεταφέρει μηνύματα σε όλο τον κόσμο. Τα γυαλιά διακοσμούνται με fauxbijoux και πολύχρωμες πέτρες. Οι σκελετοί γίνονται πιο θεατρικοί, εκκεντρικοί και υπηρετώντας το ασυνήθιστο, αποκτούν κοροϊδευτική διάθεση. Κατά τη δεκαετία του ’90 η μόδα αλλάζει πρόσωπο προτείνοντας καθαρές φόρμες και επαγγελματικό προφίλ. Ο Yves Saint Laurent σχεδίασε ανδρικό κοστούμι για τις γυναίκες. Τα γυαλιά έγιναν αυστηρά, μεγάλα και με έντονες γωνίες.
 
Από το 1960 οι κατασκευαστές τοποθετούσαν το όνομά τους διακριτικά στην εσωτερική πλευρά του σκελετού. Γύρω στο ’80 η διακριτικότητα άρχισε να μειώνεται θεαματικά και οι μάρκες βγήκαν στην εξωτερική πλευρά του σκελετού μεγαλώνοντας τόσο όσο χρειάζονταν για να γίνουν ευανάγνωστες. Εκτός από αρώματα, καλλυντικά και τσάντες οι μεγάλοι οίκοι μόδας περιλάμβαναν πλέον και γυαλιά στις συλλογές τους δημιουργώντας έτσι μια ασφαλή συνταγή επιτυχίας. Δεν μπορούσε ο καθένας βεβαίως να αποκτήσει ένα ταγεράκι Chanel ή ένα βραδινό φόρεμα Christian Dior αλλά τα επώνυμα γυαλιά ήταν στις δυνατότητες των περισσότερων. Κατά τη δεκαετία του ’90 πολλοί κατασκευαστές υπέγραψαν συμφωνίες με οίκους μόδας για την άδεια χρήσης του ονόματος των επωνύμων σχεδιαστών τους. Αυτό είχε μεγάλες συνέπειες στο σχεδιασμό των γυαλιών. Τα ονόματα έγιναν μεγαλύτερα και τυπικά σύμβολα επωνύμων προϊόντων εμφανίζονταν στα γυαλιά οράσεως και ηλίου. Παράλληλα το ενδιαφέρον στρέφεται στη διακόσμηση των σκελετών, ενώ τα σχέδια και οι φόρμες δεν αλλάζουν σημαντικά. Μοντέλα 15 – 20 χρόνων αποτελούν τη βάση για τα νέα μοντέλα με ρετρό διάθεση.
Ο 20ος αιώνας μας πρόσφερε τεράστια ποικιλία σκελετών με μικρές μεταξύ τους παραλλαγές. Αυτό αφύπνισε τους σχεδιαστές που έβλεπαν την αγορά να κατακλύζεται από συνηθισμένα σχέδια και στις αρχές του 21ου αιώνα η έμφαση πλέον δόθηκε στο σχεδιασμό του σκελετού.

Φαίνεται πως τα γυαλιά οράσεως σε όλα τους τα πρόσωπα, δεν θα σταματήσουν την πορεία της ανάπτυξής τους και στον 21ο αιώνα...

 

ΝΕΑ ΜΟΔΑΣ


Δείτε όλες τις εξελίξεις στον κόσμο της μόδας

08

Σεπ

Η Charlize Theron & η Rita Ora με TOM FORD

Η ηθοποιός και μοντέλο από τη Νότια Αφρική, Charlize Theron φοράει το ζευγάρι γυαλιών ηλίου TOM FORD FT0552. Είναι ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα γυαλιά ηλίου της συλλογής εξαιτίας του μεγάλου μεγέθους του.

03

Ιουλ

Ο Nicolas Simoes με γυαλιά ηλίου Tod's

Ο Nicolas Simoes, μοντέλο από τη Γαλλία δημοσίευσε στο προσωπικό του profile στο Instagram μια φωτογραφία του στην οποία φοράει γυαλιά ηλίου Tod's (μοντέλο TO0205_01V). Η δημοσίευση που έκανε στις 27 Ιουνίου αφορούσε την παγκόσμια ημέρα των γυαλιών ηλίου #NationalSunglassesDay

19

Ιουν

Ο Pierre Schuester με γυαλιά ηλίου Web

Η καμπάνια των γυαλιών ηλίου Web Eyewear 2017 έχει για θέμα τα «Ταξίδια» και ο Γάλλος blogger   Pierre Schuester δημοσίευσε στη σελίδα του στο Instagram (61,6 K ακόλουθοι) δύο φωτογραφίες στις οποίες φοράει γυαλιά ηλίου Web (WE0192_01N).

22

Μάιος

Η Lodovica Comello με Just Cavalli στο "50 shades of colours"

Η Ιταλίδα ηθοποιός, τραγουδίστρια και χορεύτρια Lodovica Comello φοράει γυαλιά ηλίου Just Cavalli στο νέο βίντεο "50 shades of colours"